Όλγα Δεβετζάκη - Ενδοκρινολόγος
Αναστασίου Ζίννη, 9, Αθήνα, Αττική, 11741
Phone: 210-9239440 URL of Map
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιταμινη D. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιταμινη D. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 8 Μαρτίου 2017

Βιταμίνη D και αναπαραγωγή

Υπάρχει επιδημία ανεπάρκειας βιταμίνης D. Πολλές μελέτες έχουν συνδέσει την ανεπάρκεια της με καρδιαγγειακά και μεταβολικά νοσήματα. Υπάρχουν υποδοχείς της σε όλο το σώμα, και στην ωοθήκη, κυρίως στα κοκκιώδη κύτταρα, αλλά και στο ενδομήτριο και τον πλακούντα. Ίσως θα μπορούσε να βοηθήσει στην αναπαραγωγική διαδικασία
Τα δεδομένα ποικίλλουν. Μελέτες δείχνουν ότι ίσως το ενδομήτριο είναι ο βασικός ενδιάμεσος ανάμεσα στη βιταμίνη D και την αναπαραγωγή. Θα πρέπει να μελετηθούν πιο προσεκτικά τα ωοθυλάκια καθώς και η διαδικασία ωρίμανσης τους. Η σχέση αυτή πιθανώς επηρεάζεται από την βιοδιαθεσιμότητα της βιταμίνης στα σημεία στόχους
Η δεσμευτική της πρωτείνη (Vitamin D binding protein (VDBP) και η αλβουμίνη δεσμεύουν το 99% της διαθέσιμης δραστικής βιταμίνης. Επομένως η δράση της στον υποδοχέα εξαρτάται από την VDBP και τους πιθανούς πολυμορφισμούς της
Σε μελέτες με  την απ' ευθείας επεξεργασία των κοκκιωδών κυττάρων με 1.25-διυδροξυ-D σημειώνονται αλλαγές στην antimullerian ορμόνη (ΑΜΗ). Σε in vitro πειράματα φάνηκε ότι χαμηλές δόσεις D επηρεάζουν την επιβίωση των ωοθυλακίων και υψηλές δόσεις την διάμετρο. Οι χαμηλές δόσεις είναι αποτελεσματικές νωρίς και οι υψηλές αργά στη διαδικασία της ωοθυλακιογέννεσης (η επίδραση εξαρτάται από τη δόση και από το στάδιο της ανάπτυξης). Με δεδομένο το πόσο αλλάζουν οι υποδοχείς FSH και LH στη διαδικασία ωρίμανσης των ωοθυλακίων ίσως η συμπεριφορά της βιατμίνης D να είναι τελικά εξαιρετικά σημαντική
Δεδομένης της έκτασης της ανεπάρκειας της βιταμίνης, οι παθοφυσιολογικοί μηχανισμοί και οι κλινικές επιπτώσεις θα πρέπει να καθοριστούν. Αν υπάρχουν επιπτώσεις στην ανάπτυξη των ωοθυλακίων και στη ωρίμανση των ωαρίων (π.χ έναρξη μειωτικής διαδικασίας) θα πρέπει να διερευνηθούν και να επιβεβαιωθούν για να υπάρχει καλύτερη φροντίδα της γενικής υγείας των ασθενών  και μεγιστοποίηση της αναπαραγωγικής τους δυνατότητας

Δευτέρα 25 Ιουλίου 2016

Βιταμίνη D

Σχεδόν έναν αιώνα πριν διαπιστώθηκε ότι η βιταμίνη D μπορεί να προσληφθεί διαιτητικά ή με τη φωτοσύνθεση στο δέρμα. Αφού μεταβολιστεί στην ενεργή μορφή 1,25-διυδροξυβιταμίνη D ασκεί τη δράση της συνδεόμενη και ενεργοποιώντας έναν πυρηνικό παράγοντα μεταγραφής, τον υποδοχέα της (VDR). Αδρανοποιητικές μεταλλάξεις του υποδοχέα οδηγούν σε ραχίτιδα που χαρακτηρίζεται από υπασβεστιαιμία, δευτεροπαθή υπερπαραθυρεοειδισμό, αυξημένα επίπεδα D, υποφωσφαταιμία και ραχιτικό φαινότυπο οστών
Η διατροφική ραχίτιδα είναι ακόμα ενδημική σε αρκετές περιοχές του κόσμου, αλλά μπορεί να προληφθεί με συμπληρώματα βιταμίνης. Επειδή ανεπάρκεια συμβαίνει συχνά σε ηλικιωμένα άτομα και σχετίζεται με κατάγματα, συμπληρώματα βιταμίνης είναι επίσης απαραίτητα
VDR  και εντερική μεταφορά ασβεστίου
Για να διατηρηθούν φυσιολογικά τα επίπεδα ασβεστίου στον ορρό , ασβέστιο απορροφάται από το έντερο και επαναρροφάται από το νεφρό. Όταν οι δύο αυτές ροές είναι ανεπαρκείς τότε ο σκελετός χρησιμεύει σαν πρόσθετη εφεδρεία. Ο πρώτος παράγων που καθορίζει την απορρόφηση από το έντερο είναι η 25(OH)2D. Η σημασία αυτής της διαμεσολάβησης για το ασβέστιο και τον σκελετό έχει αποδειχθεί από αρκετές μελέτες. Η επαρκής εντερική απορρόφηση ασβεστίου είναι απαραίτητη για την απόκτηση και διατήρηση της οστικής μάζας και της ποιότητας του οστού
VDR και νεφροί
Ο νεφρός προσαρμόζεται γρήγορα όταν η εντερική απορρόφηση ασβεστίου μειώνεται. Ένα μεγάλο μέρος ασβεστίου επαναρροφάται παθητικά στο εγγύς σωληνάριο μαζί με νάτριο και νερό με τη βοήθεια της 25(OH)2D (ο ακριβής της ρόλος ωστόσο δεν έχει ακόμα διευκρινιστεί)
VDR και οστά
Η ενεργοποίηση του υποδοχέα στα χονδροκύτταρα ασκεί παρακρινική δράση ρυθμίζοντας τον σχηματισμό οστού και την ομοιόσταση φωσφόρου. Επιπλέον διαγείρει έμμεσα την έκφραση FGF23 σε οστεοβλάστες. Η συμμετοχή της D στην ομοιόσταση των οστών είναι πολλαπλή. Ρυθμίζειτην απορρόφηση από το έντερο και την επαρκή παροχή ασβεστίου στα οστά. Στα οστεοκύτταρα αυξάνει την παραγωγή FGF23. Στα οστεογεννητικά κύτταρα ρυθμίζει τον μεταβολισμό σε τοπικό επίπεδο με αυτοκρινικό και παρακρινικό τρόπο. Η VDR ενεργοποίηση μειώνει την οστική επαναρρόφηση μειώνοντας την έκφραση του οστεοκλαστογεννετικού παράγοντα RANKL και αυξάνοντας την παραγωγή της οστεοπρωτογερίνης (οστεοκλαστογεννετικός αναστολέας).
Σε αρνητικό ισοζύγιο ασβεστίου π.χ. ανεπαρκή εντερική μεταφορά το σώμα δίνει προτεραιότητα στο να διατηρήσει σταθερά τα επίπεδα ασβεστίου του ορρού σε βάρος της οστικής μάζας και της ποιότητας οστού
VDR και παραθυρεοειδείς
Μείωση στα επίπεδα του ασβεστίου ανιχνεύεται άμεσα από τους παραθυρεοειδείς με αποτέλεσμα αύξηση έκκρισης PTH και αν η υπασβεστιαιμία επιμένει υπερπλασία των παραθυρεοειδών. H βιταμίνη D έχει άμεση επίδραση στους παραθυρεοειδείς. Απενεργοποίηση του VDR σημαίνει μείωση του υποδοχέα ασβεστίου στους παραθυρεοειδείς και μικρή αύξηση της PTH χωρίς πρόβλημα στο ασβέστιο ορρού, η λειτουργία της είναι όμως περιορισμένη

Παρασκευή 4 Απριλίου 2014

Βιταμίνη D

Χαμηλά επίπεδα 25-ΟΗ βιταμίνης D [25(OH)D] είναι συχνά στον γενικό πληθυσμό. Αυτό προκαλεί ανησυχία όχι μόνο λόγω της επίπτωσης στο μυοσκελετικό, αλλά και επειδή υπάρχουν υποδοχείς της βιταμίνης  (VDR) και ένζυμα που την μεταβολίζουν στην καρδιά και στα αγγεία που δείχνουν έναν ρόλο της βιταμίνης D στο καρδιαγγειακό. Διάφορες πειραματικές μελέτες υποδηλώνουν αντι-αθηρογόνο , αντι-φλεγμονώδη και άμεσα καρδιοπροστατευτική δράση καθώς και καταστολή της  ΡΤΗ 
Μεταβολισμός βιταμίνης D
Η βιταμίνη  D συντίθεται στο δέρμα με την έκθεση στο φως του ήλιου και συγκεκριμένα με την UV - B ακτινοβολία (80% της βιτ. που λαμβάνεται). Η παραγωγή της είναι μεγαλύτερη σε άτομα με χαμηλά επίπεδα μελανίνης. Μικρό ποσοστό βιτ.D προσλαμβάνεται με τις τροφές (πχ λιπαρά ψάρια, αυγά) ή τροφές εμπλουτισμένες (πχ γάλα, χυμός). Υπάρχουν 2 βασικές μορφές: η D3 (χοληκαλσιφερόλη)- η κύρια μορφή, από τη σύνθεση στο δέρμα και από ζωικές πηγές και η
D2 (εργοκαλσιφερόλη) από ζυμομύκητες. Η πρόδρομη μορφή δεν έχει σημαντική βιολογική δραστικότητα. Απαιτούνται δύο υδροξυλιώσεις. Αρχικά η βιτ.D από οποιαδήποτε πηγή μετατρέπεται σε  25(OH)D στο ήπαρ. Μετά το ένζυμο 1α-υδροξυλάση την μετατρέπει στους νεφρούς σε 1,25(OH)2D και η δράση του ενζύμου ρυθμίζεται από παράγοντες σχετικούς με τον μεταβολισμό του ασβεστίου και φωσφόρου. Πολλοί εξωνεφρικοί ιστοί εκφράζουν δράση 1α- υδροξυλάσης και η τοπική παραγωγή βιτ.D εξαρτάται απο κυτοκίνες και αυξητικούς παράγοντες. Περαιτέρω υδροξυλίωση οδηγεί σε αποδόμηση. Η υπόθεση που είναι ευρέως αποδεκτή είναι ότι τα επίπεδα της 25(OH)D είναι ο κύριος καθοριστικός παράγοντας της 1,25(OH)2D στους ιστούς. Μεταβολίτες της κυκλοφορούν δεσμευμένοι στην vitamin D-binding protein (DBP)-μεταφέρει και βοηθάει στην πρόσληψη της βιτ.D από τα κύτταρα στόχους. Υποδοχείς της (VDR) αναγνωρίστηκαν σχεδόν σε όλα τα ανθρώπινα κύτταρα.
Ιστορία:Ονομάζεται D γιατί είναι η τέταρτη βιταμίνη που ανακαλύφθηκε από τον McCollum το 1922, ως η ουσία που θεράπευσε την ραχίτιδα. Το 1930 ανακαλύφθηκαν οι μορφές D2 και D3 και τη δεκαετία του 70 οι 25(OH)D και 1,25(OH)2D. Το 1981 ο Robert Scragg υπέθεσε ότι τα αυξημένα καρδιαγγειακά νοσήματα στη διάρκεια του χειμώνα μπορεί να οφείλονται σε χαμηλή UV-B ακτινοβολία και χαμηλά επίπεδα βιτ.D. Το 1983 ανακαλύφθηκε ο υποδοχέας της
Ορίστηκε ως ανεπάρκεια το επίπεδο της 25(OH)D κάτω από το οποίο αρχίζει να αυξάνει η έκκριση PTH. Μια προτεινόμενη ταξινόμηση είναι : επαρκής 75 nm, ήπια ανεπάρκεια 50–74 nm, ανεπάρκεια <50 nm. Επίπεδα >250 nm θεωρούνται ασφαλή, ενώ > >375–500 nm θεωρούνται τοξικά
Παράγοντες κινδύνου για χαμηλά επίπεδα είναι η ηλικία, το γυναικείο φύλο, η χειμερινή περίοδος, το σκούρο δέρμα, χαμηλή έκθεση στον ήλιο και χαμηλή πρόσληψη από τις τροφές
Τα επίπεδα PTH συνδέονται αντίστροφα με τα επίπεδα 25(OH)D. Άνω φυσιολογικά επίπεδα PTH αυξάνουν την αρτηριακή πίεση, προκαλούν καρδιακή υπερτροφία και έχουν προ-αρρυθμική δράση. Η χορήγηση βιτ.D έχει φανεί ότι μειώνει την αρ. πίεση κατά 2–6 mmHg μέσω καταστολής της PTH, αλλά και μέσω νεφρο/αγγειο προστατευτικής δράσης. Χαμηλά επίπεδα βιτ.D είναι παράγοντας κινδύνου για μείωση νεφρικής λειτουργίας-φαίνεται ότι αυξάνει την επαναρρόφηση πρωτεινών. Η βιτ.D και οι μεταβολίτες της αυξάνουν την έκκριση  και βελτιώνουν την ευαισθησία στην ινσουλίνη. Επηρεάζει την ανοσολογική απάντηση αυξάνοντας τα Τ-κύτταρα που προστατεύουν απο αυτοανοσία
Έχει αντιφλεγμονώδη δράση μέσω μείωσης του TNF-α και αύξησης της ιντερλευκίνης-10
Καρδιά και αγγεία είναι ιστοί στόχοι για την βιτ.D και έκφράζουν και υποδοχείς VDR και δράση 1-α υδροξυλάσης. Φαίνεται ότι προστατεύει από την αθηρωμάτωση και την δυσλειτουργία του ενδοθηλίου-αναστέλλει την πρόσληψη της χοληστερόλης από τα μακροφάγα και μειώνει τον πολλαπλασιασμό και μετανάστευση των αγγειακών λείων μυικών κυττάρων
Μελέτες δείχνουν χαμηλά επίπεδα 25(OH)D σε ασθενείς με καρδιο/αγγεική νόσο. Φαίνεται σημαντική σχέση με θανατηφόρα εγκεφαλικά επεισόδια και αυξημένη πιθανότητα καρδιαγγειακού νοσήματος κυρίως σε επίπεδα <37,5 nm.
Θεραπεία
Ημερήσια πρόσληψη 1000 IU αυξάνει την συγκέντρωση 25(OH)D κατά περίπου 25 nm. Παχύσαρκοι ασθενείς απαιτούν μεγαλύτερη δόση΄Έλεγχος των επιπέδων της βιταμίνης θα πρέπει να γίνεται μετά 3 μήνες. Δεν έχουν παρατηρηθεί ανεπιθύμητες ενέργειες. Σε επίπεδα >375–500 nm υπάρχει κίνδυνος λιθίασης αγγείων-νεφρών, αφυδάτωσης και νεφρικής ανεπάρκειας
Η συνδυασμένη χορήγηση ασβεστίου με βιτ.D μπορεί να αυξήσει σημαντικά τον κίνδυνο νεφρολιθίασης
Η έκθεση στον ήλιο αυξάνει τα επίπεδα της 25(OH)D στον ορρό-μπορεί να είναι ισοδύναμη με υποκατάσταση 10 000–20 000 IU. Έκθεση στον ήλιο 15–30 min (χέρια και πόδια) μεταξύ 10 πμ και 3 μμ τρεις φορές την εβδομάδα είναι επαρκής
Συνιστώνται επίπεδα βιτ.D τουλάχιστον 50 nm. Συστήνεται πρόσληψη 600 IU σε ηλικία >70 ετών και 800 IU σε μεγαλύτερες ηλικίες. Αυτά ισχύουν για άτομα που δεν εκτίθενται στον ήλιο. Στον γενικό πληθυσμό η συνήθης ημερήσια πρόσληψη με τις τροφές είναι  200 IU
Συστήνεται μέτρηση της βιτ.D πριν την έναρξη της αγωγής. Επίσης συστήνεται μέτρηση και θεραπεία της ανεπάρκειας βιτ.D σε ασθενείς με νεφρική ανεπάρκεια σταδίου 3 (ρυθμός σπειραματικής διήθησης <60 ml/min). Συμπλήρωμα βιτ.D  απαιτείται τον πρώτο χρόνο της ζωής- συνήθως 400 IU/d καθώς και τουλάχιστον 800 IU/d σε ασθενείς με οστεοπόρωση

Συμπέρασμα
Η ανεπάρκεια βιτ.D είναι συνήθης. Το καρδιαγγειακό είναι ιστός στόχος. Φάνηκε ευεργετική επίδραση σε καρδιά-αγγεία. Κάποιες μελέτες έδειξαν ευεργετικές επιδράσεις σε ασθενείς με αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο. Τα διαθέσιμα δεδομένα είναι ακόμα ανεπαρκή αλλά φαίνεται ότι μπορεί να μειώσει ελαφρά τη θνησιμότητα-όμως  δεν είναι αρκετά για να συστήσουμε υποκατάσταση με βιταμίνη για την πρόληψη της καρδιαγγειακής νόσου. Επί του παρόντος φαίνεται ότι επίπεδα 25 ( ΟΗ ) D 75-100 nm έχουν καλύτερα αποτελέσματα για την υγεία

Παρασκευή 5 Ιουλίου 2013

ΒΙΑΤΜΙΝΗ D ΚΑΙ ΣΚΕΛΕΤΙΚΟΙ ΜΥΕΣ

Πέρα από τον ρόλο της στην ομοιόσταση του σκελετού, υπάρχουν στοιχεία που δείχνουν ότι η βιτ.D έχει δράση και στους σκελετικούς μύες. Έχει αναφερθεί σε άτομα με έλλειψη βιτ.D έντονη μυική αδυναμία και αλλαγή στη μορφολογία των μυών. Έχουν βρεθεί μοριακοί μηχανισμοί και αλλαγή στη δραστικότητα των γονιδίων μέσω των οποίων η βιτ.D επηρεάζει την διαφοροποίηση των μυικών κυττάρων και την ενδοκυττάρια διακίνηση ασβεστίου. Υπάρχουν επίσης υποθέσεις ότι η βιτ.D αλλάζει τον μεταβολισμό των μυών και ειδικά τη ευαισθησία στην ινσουλίνη (αρκετά ενδιαφέρουσα υπόθεση στην παθοφυσιολογία της αντίστασης στην ινσουλίνη και στον σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2). Πρόσφατες μελέτες αποδεικνύουν τον εξωσκελετικό ρόλο της βιτ.D και φαίνεται ότι η ανεπάρκεια της μπορεί να σχετίζεται με πολλά νοσήματα, απο σκλήρυνση κατά πλάκας μέχρι κακοήθεια. Η παρουσία του υποδοχέα της βιτ.D σχεδόν σε κάθε ιστό ενισχύει την  εξωσκελετική δράση της. Η αποτελασματική χρήση της σε δερματικά νοσήματα και ψωρίαση δείχνουν ότι το δέρμα είναι ένας εξωσκελετικός ιστός στόχος της.
Πολύ πριν την αναγνώριση της υπεριώδους ακτινοβολίας ως ουσιώδους συστατικού για την σύνθεση της βιτ.D, οι ακτίνες του ήλιου θεωρούνταν πηγή φυσικής δύναμης και ζωτικότητας. Οι αρχαίοι Αιγύπτιοι είχαν τον Θεό ¨Ηλιο Άμμον Ρά του οποίου οι ακτίνες μπορούσαν να κάνουν <<έναν άνθρωπο ισχυρότερο από ένα πλήθος>>. Ο Ηρόδοτος συνιστούσε ηλιοθεραπεία ως θεραπεία <<για αδύναμους και πλαδαρούς μύες>>, ενώ οι αρχαίοι ολυμπιονίκες είχαν εντολή να εκπαιδεύονται κάτω από τις ακτίνες του ήλιου.
Το 1952 ο Spellberg ένας Γερμανός φυσιολόγος μελέτησε τις επιπτώσεις της υπεριώδους ακτινοβολίας σε αθλητές υψηλού επιπέδου. Και ενημέρωσε την Γερμανική ολυμπιακή επιτροπή ότι η υπεριώδης ακτινοβολία είχε καλή επίδραση στη φυσική απόδοση.
To σύνολο των μορίων που αποκαλούνται βιτ.D δεν είναι πραγματικά βιταμίνες (βιταμίνες=βασικές ουσίες που λαμβάνονται με τη διατροφή). Το 1900 μετά την πρόκληση ραχίτιδας σε μια ομάδα σκύλων, κρατώντας τους σε εσωτερικούς χώρους για μεγάλο χρονικό διάστημα ο Βρετανός γιατρός Sir Edward Mellanby , ανακάλυψε ότι δίνοντας τους μουρουνέλαιο μπορούσαν να θεραπευτούν και το απέδωσε στην πρόσφατα ανακαλυφθείσα βιτ.Α. Ωστόσο το 1922 οι McCollum et al θέρμαναν το μουρουνέλαιο για να καταστραφεί η βιτ.Α και εξακολουθούσε να είναι αποτελεσματικό στη θεραπεία της ραχίτιδας. ΟMcCollum ακολουθώντας το αλφάβητο όρισε το νέο συστατικό ως βιτ.D.
Στη 10ετία του 1920 αναγνωρίστηκε ότι τα παιδιά με ραχίτιδα είχαν έντονη μυική αδυναμία και ο Alfred F. Hess ανέφερε ότι η έκθεση τους στον ήλιο βελτίωσε την κατάσταση τους. Το 1926 οι Adolf Windaus et al. προσδιόρισαν την χημική μορφή της χοληκαλσιφερόλης (βιτ.D3). Το 1928 ο Windaus απομόνωσε τις βιταμίνες D1 kai D2 και πήρε βραβείο Νόμπελ για τη δουλειά του στις στερόλες και τις βιταμίνες.
Είχε υποτεθεί ότι η έκθεση του δέρματος στην υπεριώδη ακτινοβολία οδηγεί στη μετατροπή της 7-δευδροχοληστερόλης σε χολικαλσιφερόλη. Αυτό αποδείχθηκε 30 χρόνια αργότερα. Η παραγωγή της εξαρτάται απο παράγοντες όπως το ποσό της υπεριώδους ακτινοβολίας (γεωγραφικό πλάτος, εποχή, χρήση αντιηλιακών, είδη ένδυσης), την εθνικότητα (χρώμα δέρματος) και την ηλικία. Μετά την αρχική μετατροπή σε βιτ. D3 δεσμεύεται στην vitamin D-binding protein (DBP) και μεταφέρεται στο ήπαρ όπου υδροξυλιώνεται και δημιουργείται 25-υδροξυβιταμίνη D . Υπάρχουν πολλές υδροξυλάσες με κυριότερη την CYP2R1 η οποία εκφράζεται στο δέρμα, τους νεφρούς και το έντερο. Ασθενείς με ραχίτιδα έχουν ομόζυγη μετάλλαξη του γονιδίου CYP2R1.
Στη συνέχεια γίνεται 1α-υδροξυλίωση και σύνθεση 1.25 διυδροξυβιταμίνης D από το ένζυμο 1-α υδροξυλάση. Το γονίδιο που κωδικοποιεί την 1-α υδροξυλάση είναι το CYP27B1 και εκφράζεται στους νεφρούς , το δέρμα, το έντερο, τα μακροφάγα και τα οστά. Η νεφρική είναι η βασική μορφή για την υδροξυλίωση της βιτ.D γιατί σε νεφρική ανεπάρκεια προκύπτει έλλειψη της D. ¨Ενας αριθμός παραγόντων επηρεάζει την έκφραση των γονιδίων της 1α-υδροξυλάσης όπως ασβέστιο, PTH, καλσιτονίνη, GH, IGF-I, and fibroblast growth factor 23 (FGF23). Υπάρχουν εδείξεις ότι τα οιστρογόνα , η προγεστερόνη και η προλακτίνη επηρεάζουν την 1-α υδροξυλάση και η ίδια η 1.25D καταστέλλει την έκφραση της. Το τελικό βασικό ένζυμο στη σύνθεση της βιταμίνης είναι η 24-υδροξυλάση (CYP24A1). Έχει υψηλή έκφραση στους νεφρούς και περιορίζει την ποσότητα της 1,25D στος ιστούς στόχους μετατρέποντας την σε αδρανείς μεταβολίτες.
Οι σκελετικοί μύες αντιπροσωπεύουν το 42% της συνολικής μάζας σώματος στους άνδρες και το 35% στις γυναίκες. Η κύρια λειτουργία τους είναι δύναμη και μετακίνηση. Η λειτουργική τους μονάδα είναι η μυική ίνα. Υπάρχουν ίνες τύπου 1 (χαμηλή δραστηριότητα) και ίνες τύπου 2 (υψηλή δραστηριότητα). Υπάρχουν ουσιαστικές αποδείξεις ότι οι μυϊκές ίνες είναι δυναμικές στην απόκριση τους σε μια ποικιλία από συσταλτικά και μεταβολικά ερεθίσματα που  είναι σε θέση να μετατρέψουν  τον έναν τύπο ίνας στο άλλο ή να υποστούν ατροφία .Τόσο η έλλειψη βιταμίνης D όσο και η σχετιζόμενη με την ηλικία μυική ατροφία έχουν συσχετιστεί με ατροφία των ινών τύπου II (ταχείας συστολής). Εκτός απο την παραγωγή δύναμης ο μυικός είναι ένας ιδιαίτερα μεταβολικός ιστός που παράγει και ανταποκρίνεται σε ποικιλία ορμονών. Η άσκηση οδηγεί σε αυξημένη έκφραση και έκκριση IL-6 and brain-derived neurotrophic factor που μπορεί να διαγείρει την πρόσληψη γλυκόζης και οξείδωση του λίπους εντός του μυός, τη λιπόλυση σε λιποκύτταρα και γλυκονεογένεσης σε ηπατοκύτταρα μέσω διαφόρων αυτοκρινών, παρακρινών και ενδοκρινικών δρόμων. Οι σκελετικοί μύες επίσης ανταποκρίνονται σε ορμόνες όπως ινσουλίνη,  IGF, γλυκοκορτικοειδή, θυρεοειδικές ορμόνες, και 1,25D οι οποίες ασκούν δράση στη διαφοροποίηση, τον μεταβολισμό και την λειτουργία των μυών.
Υπάρχουν ενδείξεις ότι η 1,25D αυξάνει την είσοδο ασβεστίου στα μυικά κύτταρα. Το ασβέστιο παίζει βασικό ρόλο στην πρόσληψη γλυκόζης απο τον σκελετικό μύ στην διάρκεια άσκησης. Η άσκηση αυξάνει την έκφραση του μεταφορέα γλυκόζης 4 (GLUT4) και την μετακίνηση του στην μεμβράνη του κυττάρου. Αυτή είνια μία διαδικασία που εξαρτάται από το ασβέστιο και το ΑΤP.
Οι σκελετικοί μύες είναι υπεύθυνοι για σχεδόν το 85% της ινσουλινοεξαρτώμενης πρόσληψης γλυκόζης σε αδύνατα άτομα. Η ινσουλίνη επάγει την μετατόπιση του GLUT4 στην κυτταρική επιφάνεια και αυτή η διαδικασία επίσης εξαρτάται από το ασβέστιο και το ΑΤP. Φαρμακευτική αναστολή της πρόσληψης ασβεστίου μειώνει την ινσουλινοεξαρτώμενη πρόσληψη γλυκόζης.
Σε κυτταρικό επίπεδο έχουν διευκρινιστεί αρκετοί μηχανισμοί μέσω των οποίων η βιτ.D επηρεάζει τους σκελετικούς μύες με τη σύνδεση της σε πυρηνικούς και μη πυρηνικούς υποδοχείς.
Μετά την ανακάλυψη το 1969 του υποδοχέα της βιτ.D (VDR) απομονώθηκαν υποδοχείς στο κυτταρόπλασμα και στον πυρήνα του κυττάρου. Η χορήγηση βιτ.D σημαίνει ταχύτατη απορρόφηση ασβεστίου μέσα στα κύτταρα των μυών in vitro και in vivo . Μελέτες αναφέρουν χρόνο-και δοσο-εξαρτώμενη αύξηση ενδοκυττάριου ασβεστίου σε ανταπόκριση σε βιτ.D.
Ο φωσφόρος είναι βασικό συστατικό για την παραγωγή ΑΤP και τη σύνθεση πρωτεινών. Υπάρχουν ενδείξεις ότι η πρόσληψη φωσφόρου από τους μύες μπορεί να επηρεάζεται απο την βιτ.D και να γίνεται μέσω νάτριο-εξαρτώμενου μηχανισμού.
Επίσης η βιτ.D φαίνεται ότι παίζει ρόλο στην κυτταροσκελετική δομή των μυικών κυττάρων, στη ρύθμιση της μεταβολικής οδού των φωσφολιπιδίων, στην έκλυση αραχιδονικού οξέως, στο μεταβολισμό των οστών (όχι μόνο μέσω του υποδοχέα της στους οστεοβλάστες και στην απορρόφηση ασβεστίου από το έντερο αλλά και μέσω της επίδρασης στο μέγεθος των μυικών ινών και στην λειτουργία των μυών).
Σε κυτταρικές καλλιέργειες η χορήγηση βιτ.D οδηγεί σε χρόνο-και δοσο-εξαρτώμενη αύξηση στην έκφραση του mRNA των υποδοχέων της ινσουλίνης. Ωστόσο υπάρχουν διαφορές στην απάντηση μεταξύ των σκελετικών μυών και των κυττάρων του ανοσοποιητικού.
Μελέτες σε ανθρώπους
Η ραχίτιδα και η οστεομαλακία παρουσιάζουν μυική αδυναμία, ελλείματα μυών, αλλαγή στο βάδισμα και πόνο στα οστά ως αποτέλεσμα της σοβαρής ανεπάρκειας βιτ.D. Πολλές ενδοκρινείς και μεταβολικές διαταραχές παρουσιάζουν ανάλογα συμπτώματα όπως η νεφρική ανεπάρκεια, ο υπερπαραθυρεοειδισμός, η υποφωσφαταιμία, το σύνδρομο Cushing, και ο υπερθυρεοειδισμός, καθώς και η θεραπεία με γλυκοκορτικοειδή. Στα άτομα με ανεπάρκεια βιτ.D ηλεκτρομυογραφικά επιβεβαιώνεται μυοπάθεια χωρίς συγκεκριμένα χαρακτηριστικά.
Η βελτίωση της μυοπάθειας έχει αναφερθεί μετά υποκατάσταση με βιτ.D. Ένα κοινό πρόβλημα σε όλους τους ασθενείς που περιγράφουν μυικούς πόνους και αδυναμία είναι το υψηλό ποσοστό λανθασμένης αρχικής διάγνωσης. Η  διαβητική νευροπάθεια, η νόσος κινητικού νευρώνα, ορθοπεδικές παθήσεις, ψυχιατρικές παθήσεις, η κληρονομική μυοπάθεια περιγράφηκαν πριν την αναγνώριση της ανεπάρκειας της βιτ.D. Τα μη ειδικά κλινικά χαρακτηριστικά της μυοπάθειας από ανεπάρκεια βιτ.D και το ευρύ φάσμα της κλινικής της εκδήλωσης (από ήπια αδυναμία μέχρι ακινησία) μπορεί να καθυστερήσει τη διάγνωση.
Μυαλγία έχει παρατηρηθεί σε ασθενείς που παίρνουν στατίνες ή αναστολείς αρωματάσης. ¨Ενας αριθμός από μελέτες δείχνουν ότι οι ασθενείς σε στατίνες που υποφέρουν απο μυαλγία έχουν επίσης ανεπάρκεια βιτ. D και η υποκατάσταση μπορεί να βελτιώσει την μυαλγία. Αυτά τα ευρήματα μπορεί να σημαίνουν ότι η ανεπάρκεια της βιταμίνης μπορεί να ευοδώνει την μυαλγία αλλά ο μοριακός μηχανισμός ανάμεσα στην βιτ. D, την στατίνη και την μυαλγία δεν έχει βρεθεί. Αν και περιορισμένα τα δεδομένα, συνιστούμε αγωγή με βιτ. D σε ασθενείς με ανεπάρκεια που παίρνουν θεραπεία με στατίνες ή αναστολείς αρωματάσης.
Ένα μεγάλο ποσοστό ηλικιωμένων ατόμων πέφτουν κάθε χρόνο και ένα 20% αυτών απαιτούν ιατρική φροντίδα.Οι πτώσεις είναι σημαντικός παράγοντας κινδύνου για κάταγμα και είναι στενά συνδεδεμένες με απώλεια μυικής μάζας και μυικού τόνου. Από μελέτες έχει βρεθεί η θετική επίδραση της βιτ. D και του ασβεστίου στην πρόληψη της πτώσης κυρίως σε ασθενείς >65 ετών με ανεπάρκεια.
Η αντίσταση στην ινσουλίνη που οδηγεί σε ΣΔ τύπου 2 και οφείλεται σε φλεγμονώδεις παράγοντες, αδιποκίνες και ελεύθερα λιπαρά οξέα φαίνεται ότι μπορεί να ενισχύεται από την ανεπάρκεια της βιτ. D. Απο μελέτες που έχουν γίνει η τελική αξιολόγηση είναι δύσκολη γιατί υπάρχουν ουσιαστικές διαφορές στον σχεδιασμό και τη διάρκεια της μελέτης καθώς και το είδος της βιταμίνης.Ορισμένες δείχνουν επίδραση στην αντίσταση, άλλες όχι. Αυτή τη στιγμή είναι σε εξέλιξη περίπου 20 μελέτες.
Το 1922 ο Alfred Hess στην ανακοίνωση του για τη θεραπεία της ραχίτιδας με το φως του ήλιου είχε πει <<αν και έχουμε αναγνωρίσει τη σημασία του φωτός στην ανάπτυξη των φυτών, δεν έχουμε αναγνωρίσει τη σημασία του στην ζωή των ζώων>>. Από τότε έχουμε διανύσει πολύ δρόμο στην αναγνώριση του ρόλου της υπεριώδους ακτινοβολίας στη σύνθεση της βιτ. D, στο ρόλο της βιταμίνης στην ομοιόσταση του ασβεστίου ,στην ομοιότητα της 1,25 D με την οικογένεια των στεροειδών, και την δυνατότητα να συνδέεται με ειδικούς πυρηνικούς υποδοχείς. Αναζητείται ο ρόλος της πέρα από την δράση στα οστά και κυρίως ο ρόλος στους μύες (λόγω κοινής καταγωγής τους με τα οστά από το αρχέγονο μεσεγχυματικό βλαστικό κύτταρο).
Η ευρεία βάση αποδείξεων είναι γενικά υπέρ ενός ρόλου της βιταμίνης D στην ανάπτυξη και λειτουργία του σκελετικού μυός.Η ισχυρότερη απόδειξη προέρχεται από μελέτες που αναφέρουν διακριτές μορφολογικές αλλαγές στον μυ των ασθενών με ανεπάρκεια βιταμίνης D.
Κλινικά, παρατηρήσεις για αναστρέψιμη μυοπάθεια σε άτομα με σοβαρή ανεπάρκεια βιτ. D έχουν αναφερθεί . Επίσης δεδομένα αναφέρουν υψηλό επιπολασμό της ανεπάρκειας βιτ. D μεταξύ των ατόμων με πτώσεις και μυϊκή αδυναμία, ενώ μελετάται και η συμμετοχή της στην αντίσταση στην ινσουλίνη.
Υπάρχουν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία από μελέτες σε κύτταρα, ζώα και ανθρώπους ότι ο μυς ανταποκρίνεται σε βιτ.D, αλλά υπάρχει περιθώριο για περισσότερες διευκρινίσεις.Αναμένονται μελέτες για να διευκρινίσουν περαιτέρω τις θεραπευτικές δυνατότητες της βιτ.D. Εν τω μεταξύ, θα ήταν συνετό για τους κλινικούς ιατρούς να αναζητούν και να διαχειρίζονται την ανεπάρκεια της βιτ. D στα άτομα που διατρέχουν κίνδυνο.