Η ευγνωμοσύνη δεν είναι μια κοινωνική ευγένεια ούτε μια ηθική αρετή με την συνηθισμένη έννοια του όρου. Πρόκειται για μια βαθειά ψυχική λειτουργία. Είναι η ικανότητα να αναγνωρίζει κανείς ότι έχει λάβει κάτι πολύτιμο από έναν άλλο άνθρωπο χωρίς να αισθάνεται ότι ταπεινώνεται, ότι μειώνεται ή ότι χάνει την αυτονομία του. Αυτή η αναγνώριση δημιουργεί ένα ρήγμα στον ναρκισσισμό. Ο άνθρωπος παύει να βρίσκεται στο κέντρο του δικού του ψυχικού σύμπαντος και αποκτά τη δυνατότητα να αντιληφθεί την ύπαρξη του άλλου ως ξεχωριστής και πολύτιμης πραγματικότητας. Από εκεί αρχίζει η σχέση. Η απουσία της ευγνωμοσύνης δεν οδηγεί απλώς σε αχαριστία. Οδηγεί σε μια ψυχική κατάσταση μέσα στην οποία ο άλλος άνθρωπος αντιμετωπίζεται κυρίως ως μέσο ικανοποίησης αναγκών, ως προέκταση του εαυτού ή ως αντικείμενο χρήσης. Όταν συμβαίνει αυτό, η σχέση αδειάζει από το συναισθηματικό της περιεχόμενο και μετατρέπεται σε συναλλαγή. Ίσως γι΄αυτό η θεματική της ευγνωμοσύνης προκαλεί τόσο μεγάλη δυσφορία στη σύγχρονη ναρκισσιστική κουλτούρα. Η ευγνωμοσύνη υπενθυμίζει κάτι που ο ναρκισσισμός δυσκολεύεται να ανεχθεί : ότι ο άνθρωπος δεν είναι αυτάρκης. Ότι χρειάζεται τους άλλους. Ότι η ύπαρξη του διαμορφώνεται μέσα από δεσμούς, εξαρτήσεις, απώλειες και προσφορές που δεν ελέγχει πλήρως.
Από φιλοσοφική άποψη, η ευγνωμοσύνη συνδέεται με το ίδιο το ζήτημα του νοήματος. Ο άνθρωπος που αδυνατεί να αναγνωρίσει τι έχει λάβει δυσκολεύεται επίσης να αναγνωρίσει τι έχει λόγο να διαφυλάξει, να αγαπήσει ή να μεταδώσει. Αντίθετα, η δυνατότητα να αισθανθεί ευγνωμοσύνη ανοίγει το δρόμο προς μια διαφορετική εμπειρία του κόσμου, μέσα στην οποία η ζωή δεν βιώνεται μόνο ως πεδίο διεκδίκησης αλλά και ως πεδίο συνάντησης.
Μιχάλης Πατεράκης