Όλγα Δεβετζάκη - Ενδοκρινολόγος
Αναστασίου Ζίννη, 9, Αθήνα, Αττική, 11741
Phone: 210-9239440 URL of Map

Τρίτη 10 Μαρτίου 2026

Υποπαραθυρεοειδισμός

Ο υποπαραθυρεοειδισμός (HypoPT) είναι μια σπάνια ενδοκρινική διαταραχή που χαρακτηρίζεται από χαμηλές συγκεντρώσεις ασβεστίου (Ca) στον ορό, συνοδευόμενες από χαμηλά ή ακατάλληλα φυσιολογικά επίπεδα παραθυρεοειδικής ορμόνης (PTH), μετρούμενες δύο φορές σε διάστημα τουλάχιστον 2 εβδομάδων . Ο μετεγχειρητικός υποπαραθυρεοειδισμός, είναι η πιο κοινή μορφή της νόσου [2], εμφανίζεται μετά από χειρουργική επέμβαση στον αυχένα (ολική ή υφολική θυρεοειδεκτομή, παραθυρεοειδεκτομή) και ταξινομείται ανάλογα με τη διάρκειά της. Συγκεκριμένα, όσο μεγαλύτερη είναι η επιμονή της βιοχημικής διαταραχής, τόσο μεγαλύτερη είναι η πιθανότητα μακροχρόνιας δυσλειτουργίας του παραθυρεοειδούς. 
 
Ταξινόμηση μετεγχειρητικής υποπλασίας 
Παροδική (άμεση) μετεγχειρητική υποπλασία: Διάγνωση βιοχημικής ή/και κλινικής υπασβεστιαιμίας εντός των πρώτων 24 ωρών μετά την επέμβαση στον αυχένα. Η διάρκεια της διαταραχής είναι συνήθως 4-6 εβδομάδες. Σε περίπου τα δύο τρίτα των ασθενών, η διαταραχή υποχωρεί εντός 12 μηνών. Παρατεταμένη μετεγχειρητική υποπλασία: Επιμονή βιοχημικής ή/και κλινικής υπασβεστιαιμίας για περισσότερο από 6 εβδομάδες έως 6 μήνες μετά την επέμβαση. Περίπου το 70% των ασθενών αναρρώνουν εντός 6 μηνών. 
Επίμονη μετεγχειρητική υποπλασία: Συνεχιζόμενα χαμηλά επίπεδα Ca ορού, μαζί με χαμηλά (ή στο χαμηλότερο φυσιολογικό εύρος) επίπεδα PTH, για περίοδο 6 έως 12 μηνών μετά την επέμβαση. Το 15-20% των ασθενών ανακτούν ικανοποιητική λειτουργία παραθυρεοειδούς εντός ενός έτους. 
 Μόνιμη μετεγχειρητική υποπλασία: Επιμονή βιοχημικών ανωμαλιών και ανάγκη για συμπλήρωση Ca και ενεργής βιταμίνης D για περισσότερο από 12 μήνες. Αυτό υποδηλώνει μόνιμη και μη αναστρέψιμη βλάβη στους παραθυρεοειδείς αδένες. 
Μερική ή αντιρροπούμενη υποπληθυσμιακή διαταραχή (HP): Η κλινική εικόνα της υποπληθυσμιακής διαταραχής μετά από χειρουργική επέμβαση στον αυχένα, με επίπεδα Ca και PTH εντός των φυσιολογικών ορίων (συνήθως στο κατώτερο όριο), που απαιτεί φαρμακολογική υποστήριξη για την ανακούφιση των συμπτωμάτων. Αυτός ο ορισμός περιλαμβάνει ασθενείς με οριακά επίπεδα Ca, φωσφορικών (P) και PTH που μπορεί να εμφανίσουν απορύθμιση υπό ορισμένες συνθήκες (π.χ. μεταβολικοί στρεσογόνοι παράγοντες ή συννοσηρότητες).
 
 Συνιστώμενες εξετάσεις Μετρήσεις ορού: Ca, λευκωματίνη (Alb), φωσφορικό άλας (P), παραθορμόνη (PTH), κρεατινίνη (Cr) και 25(OH)D. Συνιστάται η διόρθωση της τιμής Ca ορού (mg/dl) με βάση τα επίπεδα λευκωματίνης ορού (g/dl) χρησιμοποιώντας τον ακόλουθο τύπο για το διορθωμένο ασβέστιο Διορθωμένο Ca = Μετρημένο Ca + 0,8 × (4– Alb) 
Σε ασθενείς με χρόνια νεφρική νόσο (ΧΝΝ), σοβαρή υπολευκωματιναιμία (<3 g/dl), ηπατική δυσλειτουργία, σε ασθενείς σε κρίσιμη κατάσταση ή σε ασθενείς που νοσηλεύονται σε μονάδες εντατικής θεραπείας [5], συνιστάται η μέτρηση ιονισμένου ασβεστίου σε εργαστηριακό περιβάλλον ή στο σημείο περίθαλψης χρησιμοποιώντας αναλυτή αερίων αρτηριακού αίματος.
Επίπεδα μαγνησίου (Mg) ορού: Αυτό είναι υποχρεωτικό σε ασθενείς με μη χειρουργικό υποπαραθυρεοειδισμό. Η σοβαρή υπομαγνησιαιμία (<1,5 mg/dl) επηρεάζει αρνητικά την έκκριση PTH από τα κύρια κύτταρα, οδηγώντας σε λειτουργική υποτροπιαιμία (HP). Σε περιπτώσεις υπομαγνησιαιμίας, τα επίπεδα Mg θα πρέπει να διορθώνονται, ακολουθούμενη από επανεκτίμηση των επιπέδων PTH. 
Μέτρηση Ca, νατρίου και Cr ούρων 24 ωρών: Η αυξημένη πρόσληψη νατρίου από τη διατροφή, η συμβατική θεραπεία και η απουσία δράσης της PTH στους νεφρούς οδηγούν σε υψηλότερο κίνδυνο υπερασβεστιουρίας. Αντίθετα, ο περιορισμός του νατρίου από τη διατροφή μειώνει την νεφρική απέκκριση Ca και ενισχύει την αποτελεσματικότητα των θειαζιδικών διουρητικών. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου