(Εμένα δεν μ' αγαπάνε τα πράγματα. Τα έπιπλα πασχίζουν να μου βάλουν τρικλοποδιά. Κάποια λακαριστή γωνία μια φορά κυριολεκτικά με δάγκωσε. Με το πάπλωμα έχουμε πάντα δύσκολες σχέσεις. Η σούπα που μου σερβίρουνε δεν κρυώνει ποτέ. Αν κάποιο πραγματάκι - νόμισμα ή κουμπί - πέσει απ' το τραπέζι, κατρακυλάει συνήθως κάτω από κάποιο ασήκωτο έπιπλο. Σέρνομαι στο πάτωμα και , σηκώνοντας το κεφάλι βλέπω τον μπουφέ να γελάει).
Οι μπλε τιράντες του κρέμονται στο πλάι. Πηγαίνει στο υπνοδωμάτιο, βρίσκει την πενς-νε πάνω στην καρέκλα, το φοράει μπροστά στον καθρέφτη και επιστρέφει στο δωμάτιο του. Εδώ στη μέση του δωματίου σηκώνει τις τιράντες , και τις δύο ταυτόχρονα με μια κίνηση σαν να φορτώνει στους ώμους του φορτίο. Σε 'μένα δε λέει κουβέντα. Εγώ κάνω πως κοιμάμαι. Στις μεταλλικές αγκράφες, στις τιράντες του, ο ήλιος συγκεντρώνεται σε δύο φωτεινές δέσμες. (Τα πράγματα τον αγαπάνε).
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου