Κάποτε κουραστήκαμε να περιφερόμαστε στα δάση και στα ποτάμια. Κι αποφασίσαμε να σταματήσουμε. Επινοήσαμε τα χωριά και την ομαδική ζωή, κάναμε το κόκαλο βελόνα και τον πάσαλο καμάκι, τα χέρια μας μάκρυναν με τα εργαλεία, και η λαβή πολλαπλασίασε τη δύναμη του πέλεκυ, της αξίνας και του μαχαιριού. Καλλιεργήσαμε το ρύζι, τη βρόμη, το σιτάρι και το καλαμπόκι, κλείσαμε σε στάβλους τα πρόβατα, τα γίδια και μάθαμε να φυλάμε τη σοδειά ώστε να μην πεθαίνουμε της πείνας στους δύσκολους καιρούς. Στα χωράφια αρχίσαμε να λατρεύουμε τις θεές της γονιμότητας, κάτι γυναίκες μα φαρδιά λαγόνια και γενναιόδωρα στήθη, όμως με τον καιρό εκτοπίστηκαν από τους αρσενικούς θεούς του πολέμου. Αρχίσαμε να υμνούμε βασιλιάδες, πολέμαρχους και αρχιερείς. Ανακαλύψαμε τις λέξεις δικό σου, δικό μου, η γη απέκτησε αφέντη, η γυναίκα έγινε ιδιοκτησία του άντρα και ο πατέρας ιδιοκτήτης των παιδιών. Πέρασε ο καιρός που περιφερόμασταν δίχως προορισμό και δίχως σπίτι.
Τα αποτελέσματα του πολιτισμού ήταν εκπληκτικά: η ζωή μας ήταν πιο ασφαλής αλλά λιγότερο ελεύθερη, ενώ δουλεύουμε πλέον περισσότερες ώρες!
Καλό Σεπτέμβριο