Έξω είχε πια πέσει η νύχτα με πολλά παγωμένα γεναριάτικα αστέρια στον ουρανό. Αστέρια που, λόγο στον λόγο, γίνονταν όλο και λιγότερο απρόσιτα, αφού ο Ηρακλής ξεδίπλωνε ζωές από ένα παρελθόν που μέχρι τότε δεν περιλάμβανε την παιδική του υπόσταση. Σαν να μην υπήρξε ποτέ παιδί - ή, και αν υπήρξε, ήταν μάλλον επινόηση της μητέρας του. Μιλούσε για έναν πατέρα-παραμύθι, έναν πατέρα αλλοπρόσαλλο νότιο άνεμο και καθολικό σαμποτέρ της Ορθοδοξίας, που έβαλε τη μοιραία τρικλοποδιά σε μια αφελή παρθένα που δούλευε σε ένα εργαστήριο λουκουμιών. Αυτά άκουγε διαρκώς σαν παιδί. Θυμήθηκε μέχρι και το παρατσούκλι που του ΄χαν κολλήσει στο σχολείο της Σύρας κάποια βολεμένα κωλόπαιδα : ¨ο μπάσταρδος των λουκουμιών¨.
¨Φυσικά Δήμαρχε, αυτά τα παιδιά, αν υπάρχουν σήμερα και δεν σκοτώθηκαν στους πολέμους, θα ζουν με αναμνήσεις από κατάγματα και σπασμένες μύτες¨, είπε ο Ηρακλής, όχι τόσο για να αποδείξει την αντρειοσύνη του όσο από μια ανομολόγητη λαχτάρα να υπερασπιστεί τον μπαμπά-φάντασμα.
Γιάννης Ξανθούλης
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου